Bikepacking Japan

Ιαπωνία, ημέρα 3η

Βρίσκομαι στην Ικόμα, μία όμορφη ορεινή πόλη, κοντά στην Οσάκα. Το σπίτι, παροδοσιακό, φιλοξενεί την αφεντιά μου και δύο κυρίες από την Κορέα. Ο ιδιοκτήτης αποτελεί σίγουρα το highlight της έως τώρα εμπειρίας μου. Ο Yoshi είναι πέρα ως πέρα φιλόξενος. Όσο λίγα αγγλικά μιλάει, τόσο μεγάλη καρδιά έχει. Με υπόδεχεται με λίγες τηγανίτες και ζεστό τσάι που είχα απόλυτη ανάγκη μετά τα σημερινά δύσκολα χιλιόμετρα. Ύστερα κάθεται μαζί μου για να βρούμε άκρη με το ποδήλατο. “Θα καλέσω εγώ, μόνο γράψε μου τι χρειάζεσαι” και χαμογελάει. Επιτέλους, μετά από τηλέφωνα, κάποιος είναι πρόθυμος να μας βοηθήσει. Ξεκινώ να ντυθώ για να πάω. Είναι άλλα 10 χιλιόμετρα με αρκετή ανηφόρα, μέσα μου παίρνω ανάσες και σκέφτομαι “τουλάχιστον να είναι καλός, μην πάω πάλι τζάμπα”. Ο Yoshi, με κοιτάει και με διαβάζει. Παίρνει ξανά τηλέφωνο κάπου και μόλις το κλείνει με ρωτά “θες να σε πάω με το αυτοκίνητο? Όχι τώρα όμως, πρώτα ξεκουράσου. Θα σε ξυπνήσω κατά τις τέσσερις.” 

Έτσι κι έγινε. Στη διαδρομή μιλάμε για διάφορα πράγματα που έχω παρατηρήσει έως τώρα. “Τα αυτοκίνητα σας είναι πεντακάθαρα και χωρίς μία γρατζουνιά. Πώς γίνεται αυτό?” Γελάει λίγο και μου απαντάει “Οι Ιάπωνες πιστεύουν ότι όλα έχουν ψυχή και πως όλα χρειάζονται την φροντίδα μας.” 

Φτάνοντας στον μάστορα, μάς ζητάει λίγη ώρα για να το επισκευάσει. Προτείνω στον Yoshi να τον κεράσω κάτι να φάμε. Καταλήγουμε σε γειτονικό εστιατόριο με ντεκόρ σουβλατζίδικου με μεγάλα και έντονα γράμματα. Παραγγέλνουμε ράμεν με χοιρινό και διάφορα άλλα που δεν ρωτώ και απλά νιώθω ότι καλώς πράττω με αυτήν την κουζίνα. “Ωχ, δεν έχει πιρούνια, ρεζίλι θα γίνω πάλι”, σκέφτομαι και πριν λαλήσει 3 φορές, ο Yoshi ξεκαρδίζεται στα γέλια. Κάτι καταφέρνω εν τέλει, αλλά οι άτιμοι τρώνε πολύ γρήγορα, πιο γρήγορα και από τον πατέρα μου τον οποίο πάντα κορόιδευα ότι έχει κάνει φυλακή ή μοναστήρι.

Ιαπωνία, ημέρα 4η

Ξεκινώ κατά τις 8.00. Δεν έχω κοιμηθεί πολύ, από την υπερένταση. Αποχαιρετώ τον Yoshi και τη γυναίκα του. “Σε ζηλεύω” μου λέει εκείνη και έπειτα “Για την ακρίβεια, σε θαυμάζω”. Η ιδια έχει μόλις επιστρέψει απο τη διάσχιση του Pacific Trail μ’ ένα backpack στην πλάτη, οπότε νιώθω μεγάλη τιμή όταν έρχεται από το στόμα της. Με αγκαλιάζουν και οι δύο, κάτι που δεν περίμενα λόγω κουλτούρας. “Να μας πάρεις τηλέφωνο αν χρειαστείς βοήθεια. Καλό δρόμο!”

Ο δρόμος είμαι ήπιος. Τα χιλιόμετρα φεύγουν, χωρίς ιδιαίτερες στάσεις. Σε τρεις ώρες περίπου βρίσκομαι στον ξενώνα. Περίτεχνος, εξωτερικά και εσωτερικά, τοποθετώ το ποδήλατο σε ένα αίθριο και αλλάζω δυο ρούχα. Κατευθύνομαι για το μουσείο της Nintendo, αλλά τρώω δυστυχώς άκυρο..δεν υπάρχουν εισιτήρια. “Από Απρίλιο”, μου λέει ένα παλικαράκι και προσπαθώ να του κλαφτώ, του λέω ότι φεύγω αύριο, ότι θέλω να αγοράσω δώρα για τα ανήψια μου, ψεύδομαι ασύστολα λέγοντάς του ότι κάνω ποδήλατο από Ελλάδα..Τίποτα ο μπαγάσας..

Φεύγω με την ουρά κατεβασμένη. Τρώω κάτι κεφτεδάκια με χταπόδι (καλούτσικα) και ξεραίνομαι στον ύπνο για καμιά ώρα. Κανά μισάωρο περπάτημα μετά βρίσκομαι στο Byōdo-in. Ίσα που προλαβαίνω να μπω και να προλάβω το ηλιοβασίλεμα. Τελευταία στάση για ράμεν με wagyu. 

Πίσω στο δωμάτιο συνομιλώ με αγαπημένα μου πρόσωπα από Ελλάδα. Με ρωτούν διάφορα για το ταξίδι. “Σε χαζεύουν στον δρόμο?” Κάποιοι ναι, άλλωστε έχω δει ελάχιστους ξένους. Λίγο το ύψος, λίγο τα μούσια και το ποδήλατο τραβούν την προσοχή. Ελάχιστα βέβαια τα χαμόγελα. Μόνο τα παιδιά ανταποκρίνονται πάντα. Πάντα ακούω επεφημίες και βλέπω προσωπάκια να χαμογελούν.

Ιαπωνία, ημέρα 5η

Βρίσκομαι στο Ηikome και έχω παραγγείλει πάλι ραμεν με χοιρινό. Έχω βρει αγαπημένο φαγητό και θα με βρίζει πάλι ένας γευσιγνώστης φίλος που δεν δοκιμάζω άλλα πιάτα. 

78 χιλιόμετρα σήμερα. Η ζεστή σούπα, με τα μακαρόνια μέσα, είναι ό,τι χρειάζομαι. Η αλήθεια είναι ότι είχα κανονίσει να πάρω τρένο για το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής αλλά ο καιρός φαίνεται να αλλάζει σε βροχή τις επόμενες μέρες και μάλλον θα λακίσω ανεβαίνοντας σε κάποιο βαγόνι. 

Η μέρα ξεκίνησε με μία επίσκεψη στο Daigo-ji, η οποία ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε μιας και η ουρά ήταν περίπου στα 300 άτομα. “Ω ρε φίλε σκέφτηκα”, αλλά μετά έκανα τη σύνδεση- Σάββατο με άψογο καιρό και ελληνικό ήλιο που κατάφερε να με κάψει λίγο στη μύτη και τον λαιμό. Οι επόμενες τρεις περίπου ώρες αναλώθηκαν στο ποδήλατο. Μόνο ενδιαφέρον κομμάτι της δραδρομής τα καταπράσινα χωράφια με ρύζι και 3-4 μεγαλοπρεπείς αετοί πάνω από το κεφάλι μου. Σε μία τυχαία αναζήτηση καφέ, έκανα μία παράκαμψη και βρέθηκα στο Omihachiman, ένα πολύ γραφικό χωριό. Το καφέ ήταν ακόμη πιο όμορφο και οι κυρίες εκεί ιδιαιτέρως φιλικές. Μου σύστησαν δύο cake, τα πήρα και τα δύο, δείχνοντας το ποδήλατο έξω για να δικαιολογηθώ. Αυτά και ένα πράσινο τσάι, 10 ευρώ. Μέχρι τώρα, ότι έχω δει είναι πιο φθηνό από Ελλάδα. Ναι, αυτά. 

Το τέλος της διαδρομής έφερε όλες τις αναποδιες μαζί. Έψαχνα το locker και locker δεν έβρισκα, ανέβασα το ποδήλατο 3 ορόφους και φτου απ’την αρχή για τα πράγματα, ώσπου να φτάσω πάλι πάνω ένας κυριούλης μου ‘χε ρίξει το ποδήλατο καταλάθος. Έβγαλα μία κραυγή (έχω παρατηρήσει ότι το κάνω αυτό και τρομάζω κόσμο) και προφανώς τι παράξενο, ο κυριούλης κιτρίνισε και ήμουν σίγουρος ότι θα καλέσει την αστυνομία. Εν τέλει, μετά απο μηνύματα με την ιδιοκτήτρια του Airbnb, ναι, ήμουν σε λάθος κτήριο…Ωραία.

Ιαπωνία, ημέρα 6η

Έξω ψιχαλίζει, το πάει για βροχή. Προετοιμάζομαι ψυχολογικά για τις επόμενες τρεις μέρες. 

Βρίσκομαι στο χωριό Kashiwabara, από τα πρώτα του Nakasendo trail. Ο φιδίσιος δρόμος περιβάλλεται από παραδοσιακά σπίτια και ενίοτε από ρυάκια που έρχονται από τα γύρω βουνά. Επικρατεί μία απερίγραπτη φυσική αρμονία, με ελάχιστα αυτοκίνητα και ακόμη λιγότερους ανθρώπους. Ο ήλιος, δυνατός και σήμερα, με κάνει να θέλω να ξαπλώσω στο γρασίδι. 

Τα χιλιόμετρα φεύγουν πολύ εύκολα από το πρωί. Πρώτη στάση στο κάστρο του Hikome, που θυμίζει ταινία με σαμουράι. Πελώρια τείχη και αιωνόβια δέντρα με δυσκολεύουν να δω παρά μόνο την κορυφή του ναού. Ποδηλατώ γύρω από την τάφρο, μιας και δεν μου επιτρέπεται να το πάρω μέσα. Πλήθος κόσμου και επιτέλους ξεκινώ τα πρώτα πορτρέτα του ταξιδιού. Εγκάρδιοι όταν τους ζητάω την άδεια και χαμογελαστοί, μα μόλις πιάσω την κάμερα σοβαρεύουν. Χαλάλι. Λίγο πιο πέρα παρατηρώ τα πτηνά πάνω στα δέντρα. Ένας μεγαλοπρεπής αετός και ακριβώς δίπλα κόρακες ενώ δεν θα ‘ναι είκοσι μέτρα οι φωλιές των σταχτοτσικνιάδων που δεν φαίνονται να ενοχλούνται. 

Τα χιλιόμετρα φεύγουν και σκέφτομαι πόσο ωραία είναι να ποδηλατείς εδώ. Έχει βέβαια αναρίθμητες στάσεις εξαιτίας των φαναριών και των διασταυρώσεων που σου κόβουν τον ρυθμό και σου καταναλώνουν χρόνο. Αλλά σίγουρα δεν βαριέσαι καθόλου και το λέω αυτό κι ας μην ήμουν ξένος. Δεν υπάρχουν αέναες ευθείες ή προκάτ οικισμοί. Οι εικόνες αλλάζουν αρκετά συχνά και έτσι χάνεσαι όμορφα στο τώρα. Αν δεν είχα τον προγραμματισμό της κάθε ημέρας, θα αποτελούσε εξαιρετικός προορισμός για καλλιτεχνική δημιουργία.

Ιαπωνία, ημέρα 7η

65 χιλιόμετρα για σήμερα. Ξύπνησα αρκετά πιασμένος, γεμάτος αμφιβολίες για το αν θα τα βγάλω όλα ή θα χρειστεί να μπω σε κάποιο τρένο. 

Πακετάρω και πάλι τα πράγματα, ακολουθώντας την καθημερινή τελετουργία. Κατά τις 8.00 είμαι στον δρόμο. Οι πόνοι δείχνουν να υποχωρούν παραδόξως. Κάνω μια καλή στάση στο κάστρο Sunomata, το πιο μικρό και προσβάσιμο μέχρι τώρα. Δύο αδερφάκια πιο κάτω ψαρεύουν με τα καλάμια τους στο ποτάμι. Το μεγαλύτερο καταφέρνει να πιάσει μια ψαρούκλα γύρω στα 5 κιλά αλλά εν τέλει ξεαγκιστρώνει και χάνεται. Ο μικρός απογοητεύεται μα σύντομα πιάνει πάλι το καλάμι γεμάτος πείσμα και αυτοπεποίθηση. 

Λίγες ώρες και στάσεις μετά, καταφτάνω στον ξενώνα για σήμερα. Με υποδέχεται ο οικοδεσπότης, ετών 71. Καθόμαστε για λίγο στην ξύλινη τραπεζαρία αντικριστά, και προσπαθούμε να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον. Μου λέει πως κι εκείνος είχε πάει ταξίδι με το ποδήλατο στην Κορέα, όταν ήταν στην ηλικία μου και πως τότε ο κόσμος τον φιλοξενούσε στα σπίτια του παρά τις διαφορές μεταξύ των λαών ή μάλλον των κυβερνήσεων. Καθώς αναρωτιέμαι πως κατάφερε να συνεννοηθεί με τους Κορεάτες, μου εξιστορεί σε συντομία την προέλευση των Ιαπώνων από την Κορέα, την Κίνα και διάφορα άλλα μέρη. “Είμαστε ένα συνονθύλευμα λαών και προέλευσης”, μου λέει και ξεκαρδίζεται στα γέλια. Κατόπιν, πιάνει μια εφημερίδα από το τραπέζι και μου δείχνει τα ιδεογράμματα. “Αυτά είναι κορεάτικα, αυτά κινέζικα, αυτά ιαπωνικά.” Όλοι καταλαβαίνουμε όλους σε ένα ποσοστό 60%.”

Μετά κατευθυνόμαστε στα ενδότερα του σπιτιού του. Ένα δωμάτιο αφιερωμένο στους γονείς του που δεν ζουν πια και στον Βούδα. Δίπλα δύο μουσικά όργανα και δύο ξίφη. “Όλα τα αγόρια του γυμνασίου και του λυκείου μαθαίνουν στο σχολείο πώς να μάχονται”. Στη μέση ένα μικρό τραπεζάκι και μια τσαγέρα ακουμπισμένη προσεκτικά. Ο κήπος με τέσσερις μεγαλούτσικους βράχους και όλα τα βότσαλα σχηματισμένα σαν κύματα. “Σχηματίζουν τη θάλασσα, τη θάλασσα την κανονική και αυτήν που έχουμε μέσα μας..”

Ιαπωνία, ημέρα 10η 

Έχω φτάσει στο Κίσο. Σήμερα χρησιμοποίησα τη βοήθεια του τρένου, περίσσοτερο για να δω αν θα μου επιτραπεί να το πάρω μαζί μου. Έχουν μία αστοχία οι Ιάπωνες στο κομμάτι αυτό, θεωρώντας βρώμικο το ποδήλατο, ενώ ας πούμε τα ροδάκια από τις βαλίτσες ή τα παπούτσια όχι. Με λίγα λόγια χρειάζεται να τοποθετήσεις το ποδήλατο μέσα σε σακούλα. Το δικό μου το γαιδούρι, βέβαια, πού να χωρέσει στις αντίστοιχες ειδικές τσάντες που υπάρχουν, ακόμη κι αν βγάλω τις ρόδες και το τιμόνι. Οπότε κάλυψα ό,τι μπορούσα και για τα εναπομείναντα κομμάτια χρησιμοποίησα μεγάλες σακούλες σκουπιδιών. Έργο τέχνης. 

Τα υπόλοιπα 25 χιλιόμετρα έγιναν κάτω από έντονο βοριά, με θερμοκρασία εκεί γύρω στο μηδέν, αλλά το τοπίο με τα χιονισμένα βουνά τριγύρω, τις αμέτρητες πολύχρωμες γέφυρες και τις ανθισμένες κερασιές με αποζημίωσε. 

Παρατηρώ εδώ και μέρες διάφορους παρκαρισμένους στην άκρη του δρόμου ή έξω από μίνι μάρκετ να κοιμούνται του καλού καιρού. Λέγεται λοιπόν shachuhaku και είναι μία μέθοδος τύπου σιέστας μεν, τσουβαλιασμένοι δε μέσα στο αυτοκίνητο, με χέρια και κεφάλια να εξέχουν σαν εκείνα μαριονέτας. 

Το ξενοδοχείο διαθέτει αντί για μπάνιο ή ντουζ, όνσεν το οποίο είναι κάτι σαν χαμάμ. Μία μικρή πισίνα με ζεστά νερά είναι ό,τι χρειάζομαι αυτή τη στιγμή. Λίγο αργότερα περπατώ με την κάμερα στα γραφικά στενά του χωριού με τα σκούρα σπίτια. Αποτελεί ένα από τα τελευταία για μένα χωριά του Νακασέντο μιας και από μεθαύριο αλλάζω πορεία προς την ανατολή και το όρος Fuji. 

Ιαπωνία, ημέρα 11η

70 χιλιόμετρα και σήμερα. Ξεκινώ κάπως αργά, μιας και λέω να εκμεταλλευτώ το πρωινό του ξενοδοχείου και καθώς προβλέπεται καλοκαιρία, δεν βιάζομαι. Αρκετή ανηφόρα στην αρχή, διασχίζω την στενή κοιλάδα φτάνοντας στα 1000 μέτρα περίπου υψόμετρο. Περνάω το όμορφο χωριό του Ναράι, χαζεύω μια γιαγιά που έχει σκεβρώσει από τον χρόνο να καθαρίζει τον δρόμο και ένα αυτοσχέδιο παρτέρι με λουλούδια. Είναι κάτι που παρατηρώ καθημερινά, ανθρώπους να ασχολούνται με κάθε είδους πρασινάδα και δέντρο είτε τους ανήκουν, είτε όχι. 

Σταματώ σε ένα εστιατόριο, τρώω μια πρασινάδα και δυστυχώς κρύα νουντλς. Έχω ακόμη 45 χιλιόμετρα και έχει φτάσει μεσημέρι. Ο ήλιος καίει και σήμερα, ο δρόμος κακός, γεμάτος σαμαράκια και κακοτεχνίες. Καμία σχέση με τις προηγούμενες μέρες. 

Αργότερα φτάνω επιτέλους στο κάστρο του Ματσιμότο. Ευτυχώς μπορώ να περπατήσω πολύ κοντά του με το ποδήλατο και δεν χάνω την ευκαιρία να το φωτογραφίσω.

Με λιγοστές δυνάμεις, φτάνω, δέκα χιλιόμετρα μετά, στο σπίτι για απόψε. Και τι σπίτι!! Ένα σενάριο και λίγους ηθοποιούς να είχα.. Πρέπει να είναι πάνω από εκατό χρονών. Χρώματα ξεβαμμένα, λεκέδες στο πάτωμα, ιστοί από αράχνες σχεδόν παντού. Αλλά από χαρακτήρας, άλλο τίποτε. 

Ιαπωνία, ημέρα 13η

Ξυπνάω αρκετά ορεξάτος. Νιώθω πως τα λίγα χιλιόμετρα χθες και ο ωραίος ξενώνας του Νάο βοήθησαν το σώμα μου να ξεκουραστεί λίγο. Σήμερα έχω γύρω στα 38 χιλιόμετρα με 1000 υψομετρικά μέχρι το όρος Fuji. Ο πιο μακρινός προορισμός του ταξιδιού μου. 

Τα πρώτα δέκα χιλιόμετρα φεύγουν αέρα. Κι όλα αλλάζουν σε δευτερόλεπτα. Βγάζω μια κραυγή έκπληξης και απόγνωσης, σωριάζομαι κάτω και προσπαθώ να καταλάβω τι έχει συμβεί. Βλέπω κάτω μια λωρίδα λάσπης, το μπροστινό λάστιχο με πρόδωσε, πραγματικά. “Τι τον ήθελα τον παράδρομο;” μονολογώ και αρχίζω να πιάνω το σώμα μου μπας και έχω σπάσει κάτι. Αίματα και γδαρσίματα, ύστερα μελανιές και πρηξίματα. Ψάχνω το ρολόι μου ανάμεσα στα χώματα. Το ποδήλατο φαίνεται καλά. Έχει σκιστεί η μία τσάντα. Το πετάλι δεν ακούγεται καλά. “Τέλεια. Δώρο γενεθλίων”.

Στέλνω σήμα στον Νάο, το εξαιρετικό παιδί που με φιλοξένησε. Σε 20 λεπτά είναι εκεί, με γάζες και οξυζενέ. Το κοντινό νοσοκομείο είναι κλειστό. “Αστο, θα το επιχειρήσω, δεν πειράζει”, του λέω. “Ήρθα για να το ανέβω και δεν νομίζω να ξαναέρθω ποτέ.”

Τον ευχαριστώ και τον χαιρετάω. Με ένα γάντι λιγότερο και ένα χαλασμένο πετάλ, αρχίζω να ανεβαίνω σιγά σιγά. Πονάω παντού, στις παλάμες και στη λεκάνη. “Στη χειρότερη θα το περπατήσω. Άντε λίγα ακόμη χιλιόμετρα, το ‘χουμε”, απευθύνομαι στο ατσαλένιο μου ποδήλατο. Όνομα και πράγμα.

Μετά από στροφές και τούνελ, βρίσκομαι επιτέλους στην κορυφή. Μπροστά μου η λίμνη και απέναντι…σύννεφα, το βουνό κρυμμένο ολούθε. “Υπομονή”.

Στο καταφύγιο, ένας κυριούλης με βάζει να κάτσω. Φοράει αργά αργά τα γάντια του, παίρνει τις γάζες, ελέγχει προσεκτικά πώς θα τις τοποθετήσει, σαν σκηνοθέτης που φτιάχνει με τα χέρια το κάδρο του. 

Πάνω, στο δωμάτιό μου, φτιάχνω τα φουτόν για να ξαπλώσω λίγο. Και κάπου εκεί, τα σύννεφα ξεμακραίνουν κι ένα χαμόγελο ξεμπλέκει από το κρεμασμένο, έως τότε, πρόσωπό μου… 

Ιαπωνία, ημέρα 14η

Βρίσκομαι σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο στην παραθαλάσσια πόλη του Fuji. Ταλαιπωρημένοι πίνακες, μοκέτες σε διάφορες αποχρώσεις κι εγώ καθισμένος σε μια ξεχασμένη πολυθρόνα να απαντάω στα μηνύματα για τα γενέθλιά μου τρώγοντας σούσι από το σούπερμάρκετ. Μιλάω με τον κολλητό μου από Ελλάδα. “Για το φαγητό δεν έγραψες”, μου λέει και τον διορθώνω. Ό,τι εχω φάει έως τώρα είναι νόστιμο ή πολύ νόστιμο. Σκέφτομαι πως μόλις μου δοθεί χρόνος θα προσπαθήσω να μάθω δύο-τρία πιάτα που με εντυπωσίασαν.

“45 χιλιόμετρα σήμερα με ένα πετάλ σπασμένο και με πολύ πόνο. Δεν μπορώ να σηκώσω τον ώμο μου για να ντυθώ. Έξω ανατέλλει ο ήλιος πίσω από το βουνό. Ευτυχώς που το φωτογράφησα χθες την ώρα που έδυε, ουδεμία σχέδη το φως με τώρα. Λίγο μετά, οι πρώτες ευχές από Ελλάδα. Η τελευταία φορά που μου ήμουν τόσο μακριά στα γενέθλιά μου, βρισκόμουν στην Ολλανδία, σε δύσκολους καιρούς. 

Ξεκινώ, αφού χαιρετίζω τα παιδιά από το καταφύγιο. Σηκώνω πρώτη φορά το drone, μάλλον και τελευταία. Δύσκολη υπόθεση στην Ιαπωνία και τσουχτερά τα πρόστιμα. Η λίμνη καθρεφτίζει το γιγαντιαίο βουνό οπότε αποφασίζω να το τολμήσω.

Στη συνέχεια κατηφορίζω προς την πόλη. Ελάχιστες στάσεις για λίγες φωτογραφίες και βίντεο, συλλογίζομαι πόσα πράγματα από τον εξοπλισμό μου χάλασαν ή θέλουν αλλαγή- γάντια, τρεις τσάντες, μπλούζα, κολάν, πετάλια..Τα τελευταία καταφέρνω να τα αλλάξω σ’ έναν μάστορα που βρίσκω στην πόλη. Έχει ήδη συνεννοηθεί μαζί του η Ναόκο, η οικοδέσποινα μιας προηγούμενης μέρας. Μεγάλη βοήθεια και ζεστασιά από ανθρώπους που δεν ήξερα και μάλλον δεν θα ξαναδώ ποτέ μου.” 

Έιναι ώρα να ξεκουραστώ. Αύριο είναι η ώρα της επιστροφής στο Κυότο και θα πρέπει να πάρω όσο πιο νωρίς το πρώτο τρένο από τα πολλά μέχρι εκεί.

Ιαπωνία, ημέρα 15η και 16η

Το ταξίδι στο βόρειο κομμάτι του Κυότο με τα καταπράσινα βουνά έπρεπε να ακυρωθεί, λόγω του ατυχήματος. Έχω αποφασίσει να ξεκουράσω κυρίως τον ώμο μου που έχει ζοριστεί αρκετά και να περιοριστώ σε λίγα χιλιόμετρα με το ποδήλατο και με τα πόδια. 

Το τελευταίο βράδυ στο Fuji αποδεικνύεται απροσδόκητο. Ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, μαζί με την κόρη και τη γυναίκα του μού τραγουδούν το happy birthday, με τη βοήθεια πιάνου και σερβίροντας σάκε. “Είναι πιο ελαφρύ από όσο περίμενα”, σκέφτομαι και την ίδια στιγμή παρατηρώ έναν ξέμπαρκο τουρίστα στο μπαρ να μου τραγουδάει κι αυτός, εμφανώς μεθυσμένος. Τους ευχαριστώ και αναλογίζομαι πως κάτι τέτοιες στιγμές θα ‘ταν ωραία να τις είχα βιντεοσκοπήσει αλλά από την άλλη θα παρέμειναν γνήσιες;”

Πρωί Δευτέρας και βρίσκομαι στον σταθμό του Fuji για να πάρω μια σειρά τρένων μέχρι το Κυότο. 5.00 το πρωί, είμαι μόνο εγώ κι ένας υπαλληλος του σταθμού. Ενώ με βοηθάει να κόψω το εισιτήριο, βλέπει το ποδήλατο και μου κάνει τη χειρονομία “Χ” που εκτός από αλλαγή στο μπάσκετ σημαίνει και άκυρο. “Ε ρε φίλε, έπεσα σε περίεργο.” Αποφασίζω να ξαναμαζέψω το κάλυμμα, να στήσω το ποδήλατο και να ποδηλατήσω μέχρι τον επόμενο σταθμό. Εκεί δεν βρίσκω κανέναν. Πέντε αλλαγές τρένων και οχτώ ώρες μετά, φτάνω επιτέλους στο Κυότο. Πώς αλλάζει ένα μέρος όταν είναι ηλιόλουστο ή μουντό από τα σύννεφα! 

“Ξυπνάω στις 4.00 για να προλάβω να φωτογραφίσω τις πορτοκαλί μικρές πύλες προτού ξεχυθούν οι ορδές τουριστών. Φευ! Έχει πάρα πολύ κόσμο. Νιώθω για λίγο λες και είμαι σε άλλη χώρα. Το σκηνικό παραμένει παρ’ όλα αυτά ιδιαίτερο και εντυπωσιακό. Καταφέρνω λίγα κλικς από δω και από κει και καταλήγω σ’ ένα δάσος από μπαμπού το οποίο φαίνεται να μην το γνωρίζουν. Δυο τρεις ντόπιοι κλαδεύουν μερικά δέντρα και περισυλλέγουν φρέσκα κρεμμύδια.

Έχω περπατήσει πέντε χιλιόμετρα και η αλήθεια είναι ότι ζορίζομαι με τον ρυθμό. Το ποδήλατο μού παρέχει μια ταχύρυθμη εξερεύνηση του τοπίου μιας πόλης που δεν μπορώ να αποχωριστώ εύκολα. Ανεβαίνω και πάλι και κατευθύνομαι προς το Arashiyama, το πιο γνωστό δάσος μπαμπού της Ιαπωνίας. Δέκα χιλιόμετρα περίπου μετά, εμφανίζεται μπροστά μου το ποτάμι και το πλήθος τουριστών που έχει καταφτάσει.

Νοσταλγώ την αρμονία των προηγούμενων ημερών, της διάσχισης του Νακασέντο και των χωριών της διαδρομής. Ο καιρός ωστόσο είναι εξαιρετικός. Αφού διασχίζω το μονοπάτι μέσα από το δάσος, πετυχαίνω μπροστά μου μια τουρίστρια ντυμένη σαν γκέισα. Της ζητάω να την φωτογραφίσω.

Ύστερα περνάν από μπροστά μου κάρα τα οποία σέρνουν σκληραγωγημένοι νεαροί και φέρουν πάνω τουρίστες, δύο στον αριθμό. Καθώς τους οδηγούν γύρω από τον ναό και τα μονοπάτια, τους παρέχουν πληροφορίες σαν ξεναγοί, σε διάφορες γλώσσες.

Πίσω στο σαλόνι του hostel, μία Ιρλανδή μου συστήνεται και προσπαθεί να με πείσει ότι δεν έχει τίποτα το εντυπωσιακό αυτή η χώρα. Χαμογελάω. Τη ρωτάω σε ποια χώρα βρήκε κάτι μοναδικό. “Στο Σικάγο, στα χωριά της Γαλλίας”. Δυο ώρες και δυο μπύρες αργότερα, έχει βρει τη χαρά της και μου δείχνει γελώντας τη μπλούζα της που γράφει “Μύκονος”.. 

Ιαπωνία, ημέρα 17η και 18η

Ξεκινώ και πάλι χαράματα για να προλάβω τα σημεία που θέλω να φωτογραφήσω με τον λιγότερο δυνατό κόσμο. Εν τέλει, άδικος κόπος, ελάχιστοι τουρίστες, μόνο αγουροξυπνημένοι ντόπιοι που ξεκινούν για τις δουλειές τους. Υψηλότεροι μισθοί- το μισό περίπου κόστος ζωής, βοηθάει σίγουρα και αυτό στη διαφορετική προσέγγισή τους όσον αφορά στην καθημερινότητα. Το “carpe diem” που έχει εκφραστεί με παραπλήσιες φράσεις σε όλον τον δυτικό πολιτισμό έχει συσχεστιστεί με την συνεχή αναζήτηση επόμενων στόχων και την αποπεράτωσή τους. Αντίθετα, οι Ιάπωνες ζουν μέσα από το Bushido, δηλαδή του να ζεις τη ζωή σε κάθε ανάσα. Να ζεις τη στιγμή, την λεπτομέρεια. Ένας κύριος κάθεται στο παγκάκι και παρατηρεί την κερασιά που φωτογραφίζω. Λέω να φύγω, να συνεχίσω τη βόλτα μου και την αναζήτηση καλού κλικ, μα σταματώ και κάθομαι δίπλα του. Αφήνω την κάμερα και χαζεύω κι εγώ τα πέταλα που τα φυσά το αεράκι και σιγά σιγά απλώνονται σαν χαλί στο γρασίδι μπροστά μου.

Σε ένα tee ceremony, η οικοδέσποινα φανερώνει με τις κινήσεις της όλη αυτή την φυσική και λεπτομερή διαδικασία του σερβιρίσματος τσαγιού. Μας μιλά για τη σχέση των σαμουράι με τον φυσικό τρόπο και την καθημερινότητα τους. Εντύπωση μου προκαλεί η απόλυτη συνεκτικότητα τέχνης και πολέμου στη ζωή των Ιαπώνων. Της ζωής δηλαδή και του θανάτου. Όπως οι πύλες που υπάρχουν μπροστά από κάθε ναό ή νεκροταφείο για να ξεχωρίζουν την πραγματικότητα της ζωής με εκείνη της ψυχής.

Η επόμενη μέρα με βρίσκει περισσότερο καθισμένο στο γνωστό hostel παρά έξω, λόγω βροχής. Καταφέρνω ανάμεσα στις καταιγίδες να βγω και να φωτογραφίσω ένα νέο ζευγάρι να προπονείται κάτω από την βροχή, φορώντας παραδοσιακές ενδυμασίες και κρατώντας σπαθιά.

Κατά τα άλλα, αναλώνομαι σε πολυάριθμες συζητήσεις με τους υπόλοιπους ταξιώτες του hostel. Άλλοι, στην πρώτη εβδομάδα, άλλοι στο έκτο μήνα και κάποιοι λίγοι χωρίς να ξέρουν αν και πότε θα επιστρέψουν. “Σαν τον Οδυσσέα ένα πράγμα”, λέω και χαμογελώ σε ένα ζευγάρι από Αγγλία αλλά τα μάτια τους με κοιτούν γεμάτα απορία.. 

Ιαπωνία, ημέρα 20

Η προηγούμενη μέρα αναλώθηκε σε κάπως αδιάφορα ποδηλατικά χιλιόμετρα και σε ξεκούρασή μου κατόπιν. Αντίθετα, η σημερινή έχει μπόλικο πρόγραμμα και αρκετές ώρες με τα μέσα για να μπορέσω να επισκεφτώ δύο προορισμούς που μου έχουν συστήσει. 

“Ξυπνάω αρκετά νωρίς, παίρνω την κάμερα και περίπου μία ώρα μετά βρίσκομαι στην Νάρα. Για τις πρώτες ώρες τουλάχιστον, τα ελάφια είναι ισάριθμα με τους τουρίστες που όλο και καταφτάνουν, καθώς ο ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό. Τα ελάφια ειναι παντελώς εξοικειωμένα και αποζητούν συνεχώς το επόμενο γλύκισμα από τους ανθρώπους που τα περιβάλλουν. Παρατηρώ τους προερχόμενους από την Άπω Ανατολή να υποκλίνονται προτού τεντώσουν το χέρι για λίγα χάδια. 

Αρκετά χιλιόμετρα περπατήματος μετά και αφού έχω φωτογραφίσει ό,τι ήθελα, αποφασίζω να κατευθυνθώ για την Οσάκα και το ενυδρείο της. Εισερχόμενος στον χώρο, αναρωτιέμαι πως και αποφάσισα να επισκεφτώ τέτοιον χώρο, μιας και υπό κανονικές συνθήκες τους θεωρώ φυλακές παρά σπίτια για ζώα. Φυσικά ο συγκεκριμένος δεν αποτελεί εξαίρεση και στην πρώτη οπτική επαφή μου με τα μεγάλα θηλαστικά ξενερώνω με την επιλογή μου. Φεύγω με πικρία και η μοναδική ανάμνηση που θα ήθενα να μου μείνει, είναι το μεγαλύτερο και αγαθότερο ψάρι που θα δω ποτέ μου, ένας φαλαινοκαρχαρίας.”

Ιαπωνία, ημέρα 21

“Τελευταία μέρα του ταξιδιού μου. Κάθομαι στο σαλόνι του ξενοδοχείου, περιμένω να πάρω το κλειδί του δωματίου και να ξεραθώ. Ανάμικτα τα συναισθήματά μου. Νιώθω περήφανος που ολοκλήρωσα το ταξίδι μου και γεμάτος εικόνες και ιδιαίτερες στιγμές οι οποίες θα μείνουν μαζί μου για πολύ καιρό. Ίσως ακόμη και να με διαμορφώσουν σε κάποιο βαθμό. Από την άλλη, οι τελευταίες κυρίως ημέρες στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε συνδιασμό με τον σωματικό πόνο λόγω της πτώσης, με έκαναν να καλοβλέπω την επιστροφή μου και να την λαχταρώ σε κάποιες περιπτώσεις εξαιτίας εκείνων που άφησα πίσω.”

Στα μαθηματικά του ταξιδιού, μού στοίχησε σχεδόν 3.000 ευρώ. Από αυτά, 1200 το εισιτήριο, 850 η διαμονή και άλλα τόσα περίπου το φαγητό, τα τρένα, τα δώρα κτλ. Το οργάνωσα μόνος μου, μού πήρε αρκετό καιρό και έρευνα και αν θα πρότεινα κάτι θα ήταν το τμήμα του δρόμου του Νακασέντο με τα χωριά και τους λιγοστούς ανθρώπους του, που παραμένουν πέρα ως πέρα αυθεντικοί. Το Φούτζι αποτέλεσε ένα σημαντικό ορόσημο για μένα λόγω της φύσης του ταξιδιού (ποδήλατο) αλλά είναι και αντικειμενικά ένα μαγευτικό βουνό που δεν βαριέσαι να το χαζεύεις από όποιαδήποτε γωνία. Από τις πόλεις, θα διάλεγα πρώτη το Κυότο. Τα υπόλοιπα έχουν ήδη ειπωθεί. 

“Πάει και τούτο το ταξίδι

στην πέρα-πέρα Ανατολή

Πιο μακριά ίσως δεν θα ‘χει

εκτός κι αν είμαστε μαζί..”

Leave a comment