
Πρώτο βράδυ στην Τύνιδα. Λίγα νεύρα αν και η ταλαιπωρία που ζήσαμε θα δικαιολογούσε περισσότερα. Βλάσης και Τζίμης, όντας πιο αισιόδοξοι, μου μαζεύουν όσα περίσσια συναισθήματα θα ήθελα να εκδηλώσω.
Παραλαμβάνουμε τις κούτες με τα ποδήλατα με αρκετά σημάδια φθοράς, η δική μου σκισμένη, πρέπει να την αντικαταστήσω άμεσα. Κανείς δεν ζητάει συγνώμη, ούτε φυσικά για τις δύο ώρες αναμονής. Μας ζητούν να τις ξανανοίξουμε…Έξω μας περιμένει η επόμενη έκπληξη. Τα κουτιά δεν χωράνε στο βανάκι, φτάνουμε εν τέλει στο ξενοδοχείο σε δύο δόσεις και με ανοιχτό πορτ μπαγκάζ, πέντε ώρες μετά την άφιξή μας στο αεροδρόμιο.
Το ξενοδοχείο είναι όμορφο- παλιό αρχοντόσπιτο κάποιου επιφανούς Τυνήσιου. Δύο κάδρα στον τοίχο, η πρώτη φωτογραφία με τους άντρες, η δεύτερη και πιο μικρή με τις γυναίκες του τότε. Πρόσωπα σοβαρά μα αληθινά, όχι επιτηδευμένα.
Έχει σκοτεινιάσει. Ο Βλάσης κι εγώ αποφασίζουμε να πάμε για φαγητό. Περπατούμε για περίπου δεκαπέντε λεπτά. Τα σοκάκια της Μεντίνα, κάποια θεοσκότεινα και απομονωμένα, όλα όμως γεμάτα ακαθαρσίες και σκουπίδια, καθορίζουν και τον ακαθόριστο βηματισμό μας. Το φαγητό δεν λέει πολλά και σίγουρα δεν δικαιολογεί τα χρήματά του, ωστόσο αποδεικνύεται καθαρό και ασφαλές. Η επιστροφή επίσης, αν και εύκολα θα αποτελούσε σκηνικό από αρκετές ταινίες τρόμου. Το βράδυ μάς βρίσκει να ξεπακετάρουμε τα ποδήλατα και να συζητούμε τα πιθανά σενάρια για την επόμενη μέρα.
Ημέρα 2η
Δεύτερη μέρα σήμερα, εξοικίωσης με τη βρωμιά, τα σκουπίδια και τις έντονες μυρωδιές μπαχαρικών. Πεζοί περπατούν μέσα στον δρόμο ανάμεσα σε αυτοκίνητα, μηχανάκια, κάρα. Ζαλίζομαι στον συχρονισμένο χορό τους που μετά βίας αφήνει κενά διαστήματα μεταξύ τους ενώ ταυτόχρονα κανείς τους δεν φαίνεται να σκέφτεται το μοιραίο. Μπροστά μου, ένας ηλικιωμένος διασχίζει κάθετα τον δρόμο χωρίς να κοιτάει. Ο οδηγός κορνάρει, πλησιάζει τον ηλικιωμένο, κατεβάζει το παράθυρο. “Εδώ είμαστε σκέφτομαι από μέσα μου”, μα εκείνοι γελάνε και σφίγγουν τα χέρια.
Το τρένο σφυρίζει ακατάπαυστα. Περνάμε συνέχεια μέσα από γειτονιές και λαϊκές αγορές σαν σφαίρα που διαπερνά τη σάρκα πέρα ως πέρα. Έχει αφόρητη ζέστη. Δυο γυναίκες προσπαθούν να καλύψουν τα τζάμια με κουρελούδες. Πιο πέρα ένα μωρό δεν έχει σταματήσει να κλαίει παρά τις μάταιες προσπάθειες των γονιών του, ώσπου μία ηλικωμένη κυρία προσφέρεται να τους βοηθήσει. Ξάφνου όλοι γύρω τους αλλάζουν θέσεις για να ηρεμήσει το παιδί, να πάψει το κλάμα. Το βαγόνι σιγά σιγά ηρεμεί, χαμογελά. Ο μικρός καλυμμένος με γάλατα χαζεύει έξω από το παράθυρο.
Πέντε ώρες ακόμη για Γκαμπές. Δεν έχω ακόμη καταλάβει πως προφέρεται. Προσπαθώ γενικά να συνεννοηθώ, πρωτίστως με όσα γαλλικά μου έχουν απομείνει, πετώντας όσα αγγλικα καταλαβαίνουν και όσα αραβικά κατανοώ. Μέχρι στιγμής φαίνεται να δουλεύει.
Ημέρα 3η

Ξημερώνει η τρίτη μας μέρα συνολικά και επιτέλους η πρώτη πάνω στο ποδήλατο. Αφήνουμε τη Γκαμπές χωρίς ιδιαίτερες αναμνήσεις, πέρα από τον οικοδεσπότη που μας έκανε τη χάρη να μας περιμένει μετά το, εν τέλει δεκάωρο, ταξίδι μας. Ποδηλατούμε στη μικρή ΛΕΑ, οι οδηγοί μάς περνούν με αρκετή ταχύτητα αλλά και με αρκετή απόσταση.
Δεν νιώθουμε ποτέ φόβο. Ο δρόμος γίνεται όλο και περισσότερο ανηφορικός ώσπου φτάνουμε σ’ ένα παραδοσιακό χωριό Βερβέρων. Ευκαιρία για λίγες φωτογραφίες και ξεκούραση.



Λίγο μετά καταλήγουμε στη Ματμάτα, ένα χωριό 800 περίπου χρόνων και αρκετών παραδοσιακών σπιτιών που στην πλειονότητά τους λειτουργούν για τουριστικούς λόγους. Στο καφενείο λίγοι ηλικιωμένοι πίνουν το τσάι τους και συζητούν, οι νεότεροι απλά χαζεύουν το κινητό τους.




Ο ήλιος κοντεύει να δύσει και είναι μόλις 5 το απόγευμα. Ένας καμηλίερης περνά στο βάθος μα δεν έχει αρκετό φως για να απαθανατήσω τη στιγμή. Το μπαλκόνι του ξενοδοχείου μάς προσφέρει τη θέα, το κάλεσμα σαν μοιρολόι του ιμάμη συμπληρώνει ιδανικά την εμπειρία. Τούτη η γαλήνη δεν κρατά και πολύ, λίγες αφορμές με δόση τεστοστερόνης και κυρίως κούρασης ανεβάζουν την ένταση της συζήτησης. Συμβαίνουν κι αυτά στα ταξίδια. Το βράδυ μας βρίσκει μονιασμένους, χασκογελώντας με σκηνές μιας ελληνικής ταινίας που μόνο χιουμοριστική δεν τη λες.
Ημέρα 4η




100 χιλιόμετρα απόσταση. Πάνε δεκαπέντε περίπου χρόνια από ανάλογο επίτευγμα. Τότε, το μεγαλύτερό μου ταξίδι και μόνος, από το Άμστερνταμ έως τη Βιέννη. Τώρα περισσότερο έμπειρος και κατασταλαγμένος. Από τη Μάτματα στη Ντουζ δεν υπάρχει τίποτα. Δεν υπάρχουν και σκουπίδια. Ο δρόμος εξαιρετικός, με περισσότερη βλάστηση από ό,τι περίμενα. Καταπίνουμε χιλιόμετρα με καλό ρυθμό. Η κούραση εν τέλει εμφανίζεται αλλά δεν μας πτοεί. Μπαίνουμε στην πόλη. Ζωή παντού, είναι λες και όλοι οι κάτοικοι βρίσκονται έξω. Παιδιά όλων των ηλικιών παίζουν κυνηγητό, ποδόσφαιρο, πέφτουν στα χώματα, μας χαμογελούν. “Bonjour mon ami! Une photo s’il te plais?”




Πόσο έξω έχουμε πέσει με τα παιδιά; Οι αντιθέσεις μεγάλες- δεν υπάρχει ούτε ένα παιδί πλαδαρό μήτε κάποιο με κινητό στο χέρι. Ακόμη και οι έφηβοι, πάνω σε μηχανάκια, σε ποδήλατα, σε άλογα, όλα σε κίνηση. Φασαρία, γέλια, φωνές, εξατμίσεις, χαρά. Ζωή και χαρά…
Ημέρα 5η




Σαχάρα. Έστω και με μία μικρή και πιο τουριστική γεύση. Δεξιά και αριστερά του δρόμου πρώτα φοίνικες, αργότερα καμήλες και εν τέλει μονάχα άμμος.



Ο αέρας είναι αντίθετος, η απόσταση μικρή όμως μέχρι και το τελευταίο ανθρώπινο στίγμα – ένα σχεδόν εγκαταλελειμένο καμπ για κατασκηνωτές. Έχοντας φάει αρκετή σκόνη και άμμο, αποφασίζουμε να κάτσουμε για καφέ. “Η κύρια τουριστική περίοδος είναι τέλος Νοέμβρη με Δεκέμβρη”, μας ενημερώνει ο σερβιτόρος. Μας κάνει εντύπωση πως σχεδόν κανείς έως τώρα δεν φορά γυαλιά ηλίου.
Η επιστροφή είναι πιο εύκολη. Σταματάμε για φαγητό σ’ένα εστιατόριο με πολύ καλές κριτικές μα εξαιρετικά επίφοβο, στα δικά μου μάτια, για τουλάχιστον στομαχόπονο. Οι φίλοι μου, περισσότερο γενναίοι, αποφασίζουν να δοκιμάσουν. Ο ιδιοκτήτης με ρωτά πόσο κοστίζει το ποδήλατο και το ισοδυναμεί με τους μισθούς δέκα ανθρώπων. Το απόγευμα παίρνουμε τον τελευταίο περίπατο γύρω από το δωμάτιο.






Ημέρα 6η
Χαιρετάμε τον Χασάν και αφήνουμε τον ξενώνα του με πολύ θετικά συναισθήματα. Η πόλη της Ντουζ σίγουρα μας έχει κερδίσει έως τώρα.

Κατευθυνόμαστε βόρεια για την παλιά πόλη της Κιμπίλι. Η διαδρομή μας δεν έχει κάτι αξιόλογο να πει με περισσότερη κίνηση στον δρόμο. Στο τέλος της ημέρας φτάνουμε στο τελευταίο χωριό πριν την λίμνη Chott el Djerid, εξήντα περίπου χιλιόμετρα από την αφετηρία μας. Ψάχνουμε κάπου για να κατασκηνώσουμε. Το φοινικόδασος, αν και ωραίο, είναι γεμάτο κουνούπια, αλλαγή σχεδίων. Λίγο πιο πέρα, καταλήγουμε πίσω από κάποια εγκαταλελειμμένα σπίτια, πάνω στην άμμο. Αρχίζουμε να στήνουμε τις σκηνές, τα κουνούπια και οι μύγες μας τσιμπούν ακόμη και μέσα απ’ τα ρούχα μας.


Κάπως έτσι βρισκόμαστε μέσα στις σκηνές από τις 17.30. Δύο ώρες αργότερα ακούμε βήματα και φωνές να μας πλησιάζουν. Βγαίνω έξω να δω – οι δύο άντρες φαίνεται να τρομάζουν και χάνονται στο σκοτάδι. “Ζορίζουν τα πράγματα”, σκέφτομαι. Μπαίνω πάλι στη σκηνή, αλλά μόνο για λίγο. Ακούμε πάλι κάποιον έξω να περπατά, αυτή τη φορά ειναι αστυνομικός. Βλέπει τα ποδήλατα και κατόπιν μας ρωτά πότε θα φύγουμε. Όλα καλά. Πέφτουμε ήσυχοι, συνοδευόμενοι από τους ήχους του ιμάμη και τα γρυλίσματα των σκυλιών που μας περιβάλλουν.
Ημέρα 7η
Το πρωί μας βρίσκει κουκουλιασμένους από το κρύο, διστακτικούς ως προς την ανάγκη πακεταρίσματος και αποχώρησης. Έχουμε κλείσει δώδεκα ώρες μέσα στις σκηνές. Τα κουνούπια ευτυχώς έχουν εξαφανιστεί. Η άμμος δροσερή, δεν κολλάει ούτε κόκκος στα πόδια μας. Μία ώρα μετά ξεκινάμε για το Τοζέρ, χρειαζόμαστε περίπου εβδομήντα χιλιόμετρα μέχρι εκεί.


Ο δρόμος, δίχως πολλά αυτοκίνητα, αποτελεί μία αέναη ευθεία πενήντα περίπου χιλιομέτρων. Στα δεξιά μας δεσπόζει το τελευταίο τμήμα της οροσειράς του Άτλαντα και κατα τ’ άλλα περιβαλλόμαστε μόνο από άμμο και κάποιους σκόρπιους θάμνους. Θυμίζει λίγο τις αμερικάνικες ταινίες στη Γιούτα ή το Κολοράντο.

Σιγά-σιγά εισερχόμαστε στο κομμάτι της λίμνης η οποία όσο προχωράμε τόσο εμφανίζει σημάδια νερού και μπόλικο αλάτι. Ένας ασυνείδητος μέσα σε ένα μαύρο αυτοκίνητο σχεδόν μας ακουμπά καθώς μας προσπερνά. Κοιταζόμαστε όλοι απορρημένοι, εγώ ρίχνω λίγες κατάρες, κατόπιν ηρεμώ. Είναι η μοναδική περίπτωση έως τώρα και ελπίζω να ‘ναι η τελευταία.
Η άμμος και ο κατά τ’ άλλα ισχνός ήλιος παίζουν τα παιχνίδια του ορίζοντα. Ένα- δυο δέντρα τρεμοπαίζουν στο πέρας που φτάνουν τα μάτια μου, η πόλη μοιάζει με κινούμενο ποταμόπλοιο, ο Άτλαντας κάτι σαν σκόνη.

Στα όποια διαλείμματα της κίνησης των αυτοκινήτων και των φορτηγών, των μηχανόβιων που μας χαιρετούν, με διακατέχει μία έντονη επαφή με την απλότητα της φύσης γύρω μου. Αναλογίζομαι τη δυσκολία της απόστασης που κάποτε έπρεπε να διανύσουν οι άνθρωποι πάνω σε καμήλες, άλογα ή πεζή. Στα αυτιά μου, μόνος και έρημος ο αγέρας, συνοδευόμενος από μικρούς, κάπως ενοχλητικούς ήχους της αλυσίδας. Απόντες οι ήχοι δέντρων ή πτηνών. Το απέραντο τίποτα…


Η ομάδα, εμφανώς κουρασμένη, φτάνει εν τέλει στην πολύβουη πόλη της Τοζέρ. Μία στάση για φαγητό, ύστερα για τυχόν συνεννοήσεις ως προς την επιστροφή μας στην Τύνιδα με λουάζ (ταξί-βαν) οι οποίες, δυστυχώς για μένα, πέφτουν στο κενό. Η εναλλακτική είναι να ποδηλατήσουμε αύριο μέχρι την επόμενη πόλη που ξεκινά το τρένο για την πρωτεύουσα, κάτι που σημαίνει ότι δεν θα δούμε και όλα τα σημεία που γυρίστηκαν τα StarWars. So be it…
Ημέρα 8η
Αφήνουμε το Τοζέρ μετά από μία τελευταία βόλτα γύρω από τη Μεντίνα και το φοινικόδασος που βρίσκεται κατά μήκος του νότιου τμήματος της πόλης. Παρατηρώ από μακριά έναν ξυλοκόπο με το τσεκούρι και την αξίνα να συνθλίβει ορισμένους κορμούς που βρίσκονται διάσπαρτοι στο έδαφος.



Νιώθω τα πρώτα τσιμπήματα από σκνίπες μα αποφασίζω να προχωρήσω ακόμη πιο κοντά για να φτιάξω καλύτερα το κάδρο μου. Ελένχω την οθόνη και αρχίζω να τρέχω προς τα ποδήλατα ακολουθούμενος από ένα σύννεφο από διψασμένα έντομα.
Πριν φτάσουμε Τύνιδα, επικοινώνησα με ένα παγκόσμιο γκρουπ ποδηλατών που κάνουν ακριβώς ό,τι εμείς: ταξιδιωτικό ποδήλατο. Στην Τυνησία, αν και απαριθμεί ελάχιστα μέλη, καταφέραμε να γνωρίσουμε από κοντά τον Μοχάμεντ. “Θα μείνετε σε μένα, δεν το συζητώ!”, ήταν οι πρώτες κουβέντες του στο τηλέφωνο. Μας βρίσκει στα μέσα της διαδρομής για το Μετλάουι, της πόλης από την οποία κατάγεται και στην οποία διαμένει. Εγκάρδιος και ορεξάτος αρχίζει να μας διηγείται τις ποδηλατικές του ιστορίες. Σταματώ να φωτογραφίσω κάποιες ελεύθερες καμήλες που τυγχάνουν να περάσουν σχετικά κοντά μας.

Ύστερα κατευθυνόμαστε για ένα φαράγγι, λίγο έξω από την πόλη. Κοντεύει να δύσει. Μπαίνουμε σε γραμμές τρένου εν λειτουργία. “Αν δείτε το τρένο να έρχεται κρυφτείτε σε αυτές εδώ τις τρύπες”. Νομίζω αρχικά πως αστειεύεται, μα σύντομα συνειδοτοποιώ ότι κυριολεκτεί και ότι οι τρύπες αυτές χωρούν πολύ δύσκολα κι εμάς και τα ποδήλατά μας. Συνεχίζουμε μέσα στα σκοτάδια του τούνελ με γοργούς βηματισμούς, ώσπου στο φως ξεπροβάλλει η κόψη του φαραγγιού. “Η σύσταση του ποταμιού αυτού ήταν κάποτε φυσική. Τώρα το αποκαλούμε το Μαύρο ποτάμι. Είναι λόγω του εργοστασίου φωσφόρου, γαλλικών συμφερόντων.”




Η ξενάγηση και το φυσικό φως φτάνουν στο τέλος τους και καθοδηγούμαστε από τον Μοχάμεντ στο σπίτι του. Στην είσοδο, μάς υποδέχεται όλη του η οικογένεια, από ηλικιωμένους μέχρι μικρά παιδιά. Η μητέρα του κατευθύνεται προς την κουζίνα για να μας μαγειρέψει κουσκούς με μοσχάρι και μπόλικα μπαχαρικά. Εμείς ανεβαίνουμε κάποιες σκάλες και φτάνουμε στο δωμάτιο του Μοχάμεντ. Τρία ντιβάνια στη σειρά, με σούστες σκουριασμένες, παντού αντικείμενα, εργαλεία, ρούχα. Σ’ ένα κάδρο αναρτημένες φωτογραφίες και σημειώματα από προηγούμενους ποδηλάτες που έχουν φιλοξενηθεί και ευχαριστούν τον ίδιο και την οικογένειά του.
Αργότερα στην κουζίνα, τέσσερις φίλοι δοκιμάζουν από την ίδια μεγάλη γαβάθα τη μαγειρική της “μαμάς μας”, όπως μας διορθώνει ο Μοχάμεντ. “Είσαι αδερφός μου”, συνεχίζει και δικαιολογεί την ιδιοσυγκρασία του με βάση στίχους από το Κοράνι. “Δεν μιλά πουθενά για μουσουλμάνους αλλά για ανθρώπους. Όλοι ζήσαμε 9 μήνες στην κοιλιά της μάνας μας. Άρα που ακριβώς διαφέρουμε;”
Ημέρα 9η
Μήτε τα ταλαίπωρα κρεβάτια μα ούτε και ο θόρυβος των σκυλιών και των κοκόρων μπόρεσαν να σταθούν εμπόδιο στην πελώρια κούρασή μας. Εγερτήριο στις 5.30, συμμάζεμα και δέσιμο των ποδηλάτων, ένα γρήγορο πρωινό, ένα ακόμη πιο γρήγορο πετάλι για τον σταθμό. Ανεβάζουμε τα ποδήλατα και αποχαιρετούμε τον φίλο μας… Δέκα ώρες κατόπιν φτάνουμε επιτέλους στην Τύνιδα. Για μία ακόμη φορά ταλαιπωρημένοι, ζαλισμένοι και βρώμικοι αλλά χορτασμένοι και γεμάτοι εικόνες από εναν ιδιαίτερο τόπο που βρίσκεται τόσο κοντά μας.










Γράφω τις τελευταίες αναμνήσεις στην πτήση της επιστροφής. Με βάση μόνο τις προσωπικές και ολιγοήμερες εντυπώσεις μου, αν γυρνούσα πίσω τον χρόνο, σίγουρα θα ξαναέκανα τούτο το ταξίδι, όσο κουραστικό, λόγω κυρίως γραφειοκρατίας, κι αν αποδείχτηκε, όσο κι αν αρκετά μέρη και συνήθειες με έφεραν κοντά σε πολιτισμικό σοκ. Η Σαχάρα, οι ατέλειωτες ευθείες, οι άγριες καμήλες, τα αμέτρητα χαμόγελα των ανθρώπων της Ντουζ, τα ανέμελα παιχνίδια των παιδιών, ο ξάστερος ουρανός, η φιλοξενία του Μοχάμεντ, του Ιμπραήμ και του Σελσέμ, η γαλήνη μέσα στο απέραντο χάος της Τύνιδας…